διαιτάριος

δῐαιτ-άριος, , (
A

δίαιτα 11.1

) Lat. diaetarius, house-steward, Dig.33.7.12.42, Gloss.; title of a subordinate official, Lyd.Mag.3.21.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαιτάριος — διαιτάριος, ο (Μ) 1. δικαστής μικροϋποθέσεων 2. επιμελητής, οικονόμος σπιτιού ή παλατιού 3. κατώτερος αξιωματούχος, κατώτερος υπάλληλος 4. γιατρός ή νοσοκόμος που καθορίζει και παρακολουθεί τη δίαιτα ασθενούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίαιτα + (επίθημα)… …   Dictionary of Greek

  • διαιταρίοις — διαιτάριος diaetarius masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιταρίους — διαιτάριος diaetarius masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιταρίων — διαιτάριος diaetarius masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιταρίῳ — διαιτάριος diaetarius masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαιτάριοι — διαιτάριος diaetarius masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίαιτα — Ονομασία των συνελεύσεων ορισμένων γερμανικών λαών (Φράγκων, Λογγοβάρδων κλπ.) και αργότερα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι οποίες λάμβαναν τις σοβαρότερες αποφάσεις για τη ζωή του κράτους (πόλεμος, ειρήνη, νόμοι, εκλογή βασιλιάδων κλπ.).… …   Dictionary of Greek

  • διαιτάρχης — διαιτάρχης, ο (Μ) 1. διαιτάριος* 2. επιμελητής πλοίου. [ΕΤΥΜΟΛ. < δίαιτα + αρχης*)] …   Dictionary of Greek

  • Κάστουλος — Όνομα αγίων της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. 1. Κ. ο διαιτάριος. Μαρτύρησε επί Διοκλητιανού (284 305) και μαζί του οι Μαρκελλίνος, Μάρκος, Σεβαστιανός και Τραγκυλλίνος. Η μνήμη του τιμάται στις 18 Δεκεμβρίου. 2. Κ. ο μάρτυρας. Μαρτύρησε επί… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.